Ὁμήρου Ὀδύσσεια
Ραψωδία ε' 312-326 (σκηνή ναυαγίου)
νῦν δέ λευγαλέῳ θανάτῳ εἵμαρτο ἁλῶναι.' |
μα τώρα με τρισάθλιο θάνατο να σβήσω μου μελλόταν καθώς μιλούσε, πέφτει απάνω του χιμώντας άγριο κύμα γιγάντιο, κι η πλώρη τραντάχτηκε και στρουφογύρισε όλη κι ατός του απ΄την πλωτή τινάχτηκε μακριά, και το τιμόνι του ξεφυγε απ΄τα χέρια τ΄άρμπουρο τσακίστηκε στη μέση απ΄το μπουρίνι το άγριο που άσκωναν οι μπερδεμένοι ανέμοι, κι αλάργα το πανί στη θάλασσα κι η αντένα εσφεντονίστη κι εκείνον στα βαθιά τον βούλιαξε νερά πολλή ώρα, κι ούτε μπορούσε να ξαναβγεί απ΄την ορμή του φοβερού κυμάτου τα ρούχα η Καλυψώ που του ΄δωκε πολύ μαθές βαραίναν. Πρόβαλε τέλος έξω κι έφτυσε την άρμη από το στόμα, που σαν ποτάμι απ΄το κεφαλι του πικρή χυνόταν κάτω. Μα κι έτσι την πλωτή δεν ξέχασε, κι ας είχε πια αποκάμει, μονάχα εχύθη μες στα κύματα κι απάνω της επιάστη, και κάθισε στη μέση, θέλοντας του χάρου να ξεφύγει |
|
Μετάφραση Ν. Καζαντζάκης, Ι. Κακριδής |
SEA WRECKS 


